Αρχείο

Oitheitses Fan Club

Ο αγαπημένος θείτσος – Μάριος, μας έστειλε σήμερα το πρωί, την παρακάτω μικρή ιστορία. Δεν μπορούμε να καταλάβουμε το γιατί, αλλά ως θείτσες, εργαζόμενες, ρεμάλια τελειωμένα και  έλληνες πολίτες, ταυτιστήκαμε με τον Γκρεκ.
Αφήστε που τώρα τελευταία έχουμε κι ένα φούσκωμα…

«Είμαι ένα γουρουνάκι βρώμικο πολύ/ όλη μέρα μεσ’ στη λάσπη τρέχω στην αυλή/ όμως δεν με παίζουνε τ’ άλλα τα παιδάκια/ γιατί είμαι ένα γουρουνάκι βρόμικο πολύ…» Και τούμπαλιν.

Μ’ αυτό το τραγούδι ο Γκρεκ, το γουρουνάκι, άρχιζε και τέλειωνε τη μέρα του. Ήταν ο ύμνος του, για τον οποίο ίσως και να τον ζήλευαν τ’ άλλα ζώα της φάρμας. Ο Γκρεκ το γουρουνάκι όλη μέρα έτρωγε φρούτα και λαχανικά από τις ξέχειλες ταΐστρες, κυλιόταν στη δροσερή λάσπη του χοιροστάσιου, αφόδευε στις γωνίες του μαντρωμένου χώρου του κι έτρεχε ανέμελο σ’ όλη τη φάρμα. Ένα στρογγυλό άνοιγμα ενός μέτρου περίπου στη μάντρα τού εξασφάλιζε ελευθερία κίνησης σ’ όλη τη φάρμα. Γενικώς, ήταν ένα αρκετά παραγωγικό ζώο, αν λάβουμε ως δεδομένο ότι όφειλε να γίνει όσο το δυνατόν πιο παχύ και βαρύ. Το μέγεθος ήταν το παν στη φάρμα, κι ο Γκρεκ, απολύτως συμφιλιωμένος με τον προορισμό του ως άφθονου, λιπαρού και τρυφερού κρέατος, έκανε ό,τι μπορούσε γι’ αυτό. Είχε μάλιστα επανειλημμένα διακριθεί για την ταχύτητα πάχυνσής του από τη HOIROSTAT, την ειδική οικονομετρική υπηρεσία της φάρμας. Ο Γκρεκ φρόντιζε μόνο να μη μεγαλώνει η περιφέρειά του τόσο ώστε να του είναι αδύνατο να βγαίνει από την τρύπα. Και, όταν τα πράγματα έφταναν σε οριακό σημείο, ρουφούσε λίγο την κοιλιά του, κυλιόταν στη λάσπη για να γλιστράει κι ορμούσε στην τρύπα, η οποία σπανίως του άφηνε λίγες εκδορές στο χοντρό πετσί του. Αλλά ο Γκρεκ δεν μάσαγε.

Όλα πήγαιναν καλά στη φάρμα, ή έτσι τουλάχιστον νόμιζαν τα ζώα, μέχρι που εμφανίστηκε ο νέος επιστάτης. Ο οποίος, αφού επέπληξε τους ιδιοκτήτες για την εντελώς αντιπαραγωγική εκμετάλλευση των ζώων, επέβαλε διαρθρωτικά μέτρα. Τα πιο σκληρά αφορούσαν τον Γκρεκ, το βρόμικο γουρουνάκι, το οποίο ο επιστάτης κοίταζε με απέχθεια, φωνάζοντας ότι κανείς πια δεν τρώει τόσο λιπαρά παχύδερμα. «Δίαιτα, εντατική άσκηση και καθαριότητα», φώναζε ο επιστάτης, που δεν έμοιαζε καθόλου με τον παλιό. Δεν φορούσε παλιόρουχα και γαλότσες, αλλά κοστούμια και χειροποίητα σκαρπίνια και δεν έμπαινε ποτέ στο χοιροστάσιο. Διέταξε, λοιπόν, να του φέρουν τον Γκρεκ για καταγραφή, απογραφή, κάτι τέτοιο, δεν κατάλαβε καλά το γουρουνάκι. Πρώτα τον ζύγισε και κατέγραψε το βάρος του (100 κιλά – ο Γκρεκ, που δεν είχε καταλάβει τι εστί διαρθρωτική αλλαγή, ένιωσε περήφανος για το ρεκόρ του). Ύστερα, μέτρησε την περιφέρειά του. Ο Γκρεκ, που εξακολουθούσε να νομίζει ότι το μέγεθος είναι το παν, φούσκωσε όσο μπορούσε την κοιλιά του την ώρα που ο μετρητής τού περνούσε τη μεζούρα στην περιφέρεια, «1,10», είπε ο μετρητής, «γράψε 1,30, ρουφούσε την κοιλιά του», ούρλιαξε ο επιστάτης, που κατέληξε: «Εμετρήθη, εζυγίσθη και ευρέθη παχύδερμο».

Το πρόγραμμα αδυνατίσματος του Γκρεκ περιλάμβανε σταδιακή μείωση των μερίδων τροφής, τρέξιμο εντός του χοιροστασίου των 20 τετραγωνικών και σταδιακή μείωση της διαμέτρου της τρύπας εξόδου στη φάρμα «για να έχει κίνητρο ν’ αδυνατίσει». Ο επιστάτης, βάσει του μνημονίου λέπτυνσης, έκανε την εξής πονηριά. Όταν ο Γκρεκ το γουρουνάκι έπεφτε στα 80 κιλά και η περιφέρειά του μειωνόταν στα 90 εκατοστά, η διάμετρος της εξόδου μειωνόταν στα 80 εκατοστά. Ο Γκρεκ έφραζε στην προσπάθεια να βγει, κι επέστρεφε στο χοιροστάσιο αποφασισμένος ν’ αδυνατίσει ταχύτερα. Όταν το βάρος του έπεσε στα 60 κιλά κι η περιφέρεια στα 70 εκατοστά, η διάμετρος της εξόδου είχε κλείσει στα 50 εκατοστά. Όταν ο Γκρεκ έπεσε στα 40 κιλά κι η περιφέρειά του στα 50 εκατοστά, η τρύπα είχε περιοριστεί στα 30 εκατοστά. Και κάθε φορά που ο Γκρεκ το γουρουνάκι έφραζε στην τρύπα και διαμαρτυρόταν στον επιστάτη, αυτός του απαντούσε πως του έδινε καλό κίνητρο για ν’ αδυνατίσει ταχύτερα, έναν ακόμη πιο φιλόδοξο στόχο. Κι αυτό συνεχιζόταν με γεωμετρική πρόοδο, μέχρι που η τρύπα έγινε λεπτή σαν σαλάμι, κι ακόμη πιο λεπτή σαν λουκάνικο και στο τέλος τόσο λεπτή όσο αυτή της μηχανής του κιμά. Ο Γκρεκ κατέρρεε στην ιδέα ότι θα καταντήσει ένα άνοστο, άπαχο μπιφτέκι. Ποιος; Αυτός που ήταν προορισμένος να δοξαστεί σαν γουρουνόπουλο σούβλας ή σαν μπριζόλες στα κάρβουνα. Τι ξενέρωτοι αυτοί οι Ευρωπαίοι!

Συν τοις άλλοις, η ζωή στο μικρό χοιροστάσιο γινόταν όλο και πιο άθλια όχι μόνο γιατί το φαγητό ήταν όλο και μικρότερες μερίδες από ανακυκλωμένα αποφάγια εισαγωγής, αλλά και γιατί είχε στερηθεί και την έξτρα απόλαυση της ελεύθερης βοσκής στο δάσος όπου έβρισκε άφθονα βελανίδια. Ακόμη χειρότερα, στο μικρό μαντρί τού Γκρεκ ο ζωτικός χώρος όλο και μειωνόταν, η δυνατότητα να κινηθεί και να ασκηθεί, όπως του επέβαλε ο επιστάτης, περιοριζόταν δραματικά, καθώς κανείς δεν καθάριζε τα κόπρανα που συσσωρεύονταν σε μικρούς λόφους. Στο τέλος ο μόνος χώρος που έμεινε για τον Γκρεκ ήταν μόλις ένα τετραγωνικό μέτρο κοντά στην έξοδο. Ίσα ίσα μια κυλίστρα…

Το αποκορύφωμα της τραγωδίας του ήταν πως, ενώ ο επιστάτης κατά την περιοδική μέτρησή του έβρισκε ότι υπολείπεται των στόχων του με κριτήριο τη λεπτή σαν μακαρόνι τρύπα, ο Γκρεκ δεχόταν και τη μαζική επίθεση από τα υπόλοιπα ζώα της φάρμας, που τον κατηγορούσαν ως υπεύθυνο για τα δικά τους ανάλογα μαρτύρια.
«Εξαιτίας σου έχω στερηθεί την άσκηση, το μυϊκό μου σύστημα έχει καταρρεύσει και θα χάσω και το γκραν πρι», χλιμίντρισε οργισμένο το άλογο.

«Εξαιτίας σου με έχουν μαντρώσει σαν τ’ αρνιά, μου λείπει η ελεύθερη βοσκή και τρώω μονάχα ένα αηδιαστικό φύραμα», είπε η κατσίκα.

«Εξαιτίας σου δεν μας αφήνουν να κλωσήσουμε τ’ αυγά μας, τα παίρνουν και τα βάζουν στις μηχανές, κάτω από κάτι φρικτές λάμπες και τα κοτοπουλάκια μας βγαίνουν καχεκτικά και νωθρά», κακάρισαν οι κότες.

«Εξαιτίας σου μας έχουν κόψει και το πήδημα, μια φορά τον μήνα κι αν, γιατί προκαλούμε λέει πληθωρισμό. Γεννάμε πια σπανιότερα κι από ανθρώπους», είπαν τα κουνέλια.

«Εξαιτίας σου είμαι όλη τη μέρα ακινητοποιημένη σ’ ένα κλουβί, τρώω ένα απαίσιο άλευρο αντί για φρέσκο χορτάρι κι έχω και κάτι μηχανές να μου ρουφάνε συνέχεια τα μαστάρια για να βγάλουν ένα πράγμα που πιο πολύ νερό παρά γάλα είναι», μουγκάνισε η αγελάδα.

Ο Γκρεκ, το βρόμικο γουρουνάκι, απομονωμένο και δυστυχισμένο, δεχόταν καθημερινά τέτοιες φραστικές επιθέσεις από τους εταίρους του στη φάρμα. Εν τω μεταξύ, η κόπρος στο χοιροστάσιό του είχε γίνει βουνό. Η τρύπα εξόδου αόρατη. Ο Γκρεκ έκανε απελπισμένες προσπάθειες να σηκώνεται στα δυο του πόδια για να δει τη φάρμα πάνω από τη μάντρα της φυλακής του. Έβλεπε τον επιστάτη να τσακώνεται καθημερινά με τους ιδιοκτήτες, άκουγε τα ζώα να διαπληκτίζονται και να αλληλοκατηγορούνται για την παρακμή της φάρμας, παρακολουθούσε τους επιθεωρητές της HOIROSTAT, στις περιοδικές επισκέψεις τους, να ωρύονται γιατί η φάρμα έχει πέσει έξω σ’ όλους τους στόχους, γιατί το πρόγραμμα εξυγίανσης έχει εξελιχθεί σε φιάσκο και να ζητούν νέα διαρθρωτικά μέτρα. «Α, δεν αντέχω πια», ακούστηκε να ουρλιάζει από μακριά ο επιστάτης, «αναδιάρθρωση τώρα. Το γουρούνι πάει για σφάξιμο και κιμά».
Ο Γκρεκ, το βρόμικο γουρουνάκι, κατάλαβε ότι έρχεται το τέλος – άδοξο και ταπεινωτικό. Κι αποφάσισε να δράσει. Έπρεπε να βγει με κάθε τρόπο από τη φυλακή του κόπρου του. Έπρεπε να επιστρατεύσει το έσχατο, μυστικό του όπλο. Έφαγε όλο τον αηδιαστικό χυλό από αποφάγια που του διέθεταν. Έφαγε κάθε σκουπίδι στο χοιροστάσιο. Κι ύστερα άρχισε να τρώει αργά, συστηματικά τα ίδια τα κόπρανά του. Έφαγε όσο μπορούσε από τον βρομερό σωρό που κατέκλυζε τον χώρο. Αισθάνθηκε την κοιλιά του έτοιμη να σκάσει. Κι ύστερα άφησε τον πεπτικό του σωλήνα να κάνει τη δουλειά. Κάθισε και περίμενε. Τέλος, πήρε θέση μάχης. Έστρεψε τα καπούλια του στη μάντρα, ξάπλωσε -ακριβώς σαν γουρούνι να κλάσει-, σφίχτηκε, σφίχτηκε, σφίχτηκε, και… Ένας εκκωφαντικός θόρυβος, σαν έκρηξη, τάραξε την ησυχία της νύχτας, ένα ωστικό κύμα γκρέμισε τη χαμηλή μάντρα του χοιροστάσιου στο σημείο της φραγμένης πια εξόδου, χλιμιντρίσματα, κακαρίσματα, μουγκανίσματα και φωνές πανικού ακούστηκαν από ανάστατα ζώα και ανθρώπους.
Όταν  επιστάτης κι οι ιδιοκτήτες πλησίασαν στο σημείο από όπου προήλθε ο εκρηκτικός θόρυβος, είδαν το χοιροστάσιο ισοπεδωμένο, τον σωρό από κόπρανα διασκορπισμένο σ’ όλη τη φάρμα και τον Γκρεκ, το βρόμικο γουρουνάκι, άφαντο και προφανώς ελεύθερο, χάρη στην απελπισμένη κι οργισμένη του πορδή.

Advertisements

Μιας και μας άνοιξε η όρεξη και επειδή χειμωνιάζει κιόλας, το μόνο που θα μας ζεστάνει εύκολα και ανέξοδα είναι η συνταγή που γεναιόδωρα μοιράζεται μαζί μας, η φίλη μας Χρύσα.

«Μεζές για τσίπουρο με μελιτζάνες και σέλινο» -σλουρπ!

Φίλες θείτσες! σημειώστε τον μεζέ, συμπεριλαμβανομένου και του τσίπουρου, καθότι είναι ότι πρέπει για την καταπιώνα μας, ενώ σίγουρα θα χρησιμεύσει φέτος και ως υποκατάστατο του πετρελαιου θέρμανσης, μιας και οι περισσότεροι απο εμάς, ούτε σκοπό έχουμε να προμηθευτούμε σύντομα, ούτε διάθεση, αλλά ούτε και τα ανάλογα μπικικίνια.
Μέσω, λοιπόν της σελίδας μας στο facebook ζητήσαμε από τη φίλη μας Χρύσα να μας αποκαλύψει τη συνταγή «του μεζέ» και μας έστειλε την παρακάτω αναλυτική διαδικασία:

«Για την περίπτωση που μιλούσατε σοβαρά… Η συνταγή είναι απο τα ορεινά της Καρδίτσας.

Μεζές για τσίπουρο με μελιτζάνες και σέλινο

Θα χρειαστείτε:
– μελιτζάνες (όχι φλάσκες)
– σέλινο μερικές σκελίδες σκόρδο ξίδι

Πώς θα τις παρασκευάσετε:

1. Καθαρίζετε και πλένετε τις μελιτζάνες και τις βάζετε να βράσουν μαζί με το σέλινο σε νερό, μέχρι να τρυπιούνται με το πιρούνι, χωρίς όμως να τις αφήσετε να μαλακώσουν εντελώς.

2. Σουρώνετε τις μελιτζάνες και με το μαχαίρι, τις χαράζετε κατά μήκος και τις αφήνετε μια νύχτα να στραγγίξουν στο τρυπητό.

3. Την επόμενη μέρα τις κόβετε σε κομμάτια, μαζί και το σέλινο, τοποθετείτε σε γυάλινο κατά προτίμηση σκεύος, και προσθέτετε το σκόρδο κομμένο σε λεπτές φέτες, καθώς και αρκετό ξύδι.
4. Το σκεπάζετε και το διατηρείτε στο ψυγείο.
5. Όταν σερβίρετε, βγάζετε την ποσότητα που χρειάζεστε και προσθέτετε αλάτι και λάδι.
6. Όσο μείνουν στο ψυγείο δεν χαλάνε, κι έτσι σιγά σιγά γίνονται τουρσί.

Καλή όρεξη, και…εβίβα το λοιπός! (αυτό είναι Κρητικό)»

Σ’ ευχαριστούμε και στην υγειά σου, Χρύσα!

H Θείτσα Τόνια -φίλη μας απο τα …»πολυυυύ παλιά»- μας έστειλε το παρακάτω λαϊκό άσμα.
Φυσικά, εμείς OITHEITSES, όπως μας έχετε κόψει άλλωστε, τιμούμε, μεταξύ άλλων, την υψηλή τέχνη, την κουλτούρα, τον πολιτισμό, την καλή διάθεση και, γενικώς, «την ψυχή».
Ετσι λοιπόν, ευχαριστούμε τη θείτσα Τόνια για την έμπνευση που είχε να μας στείλει το λαϊκόν αυτό άσμα, το οποίο θεωρήσαμε πως πρέπει να το μοιραστούμε μαζί σας:

_____________________________________
ΘΕΙΤΣΑ (Λα’ι’κόν άσμα) – …by Theitsa Tonia
Χαλαρή κοιλίτσα
και χοντρή γαμπίτσα!
Το μαλλί ξασμένο,
το δοντάκι ξένο!!!!

Σου μιλά για όλα
μ΄ έτοιμη παρόλα!
Σε καλεί και λείπει
πάει να λιώσει λίπη!!!

Θέλει να επεμβαίνει
σε κουβέντα ξένη!
Συμβουλές μοιράζει
κι όλο δεν τη νοιάζει!!!
R
Είναι μία θείτσα
που την ξέρουν όλοι
είναι μία θείτσα
από την Καρδίτσα !!!!

Μένει στην Αθήνα
κι έχει στη Ραφήνα
μία τροχοβίλα
και φουφού με ξύλα!!!

Έχει συνταξούλα
και δεν είναι δούλα!
Σ΄όλα βάζει τάξη
(η ουρά μη στάξει!!!! )

Θέλει να μαζεύει
ό,τι περισσεύει,
τα εκατό να φτάσει
δίχως να γεράσει ……
R
Είναι μία θείτσα
που την ξέρουν όλοι
Eίναι μία θείτσα
μ΄ασημί γοβίτσα !!

___________________________________
Απόκριση απο ΟΙΤΗEITSES με τη μορφή immitation κρητικιάς μαντινάδας:
.
Γειά σου θείτσα Τόνια
νάχεις χίλια χρόνια
με το λαϊκόν σου άσμα
για τη θείτσα ..»πλάσμα».
.
Ποιά νάναι αυτή η θείτσα;
με τη χοντρή κοιλίτσα;
μην κάτι μου θυμίζει
κάτι υπογραμμίζει…;
.
Θα πάω στη Ραφήνα
θα βρω την τροχοβίλα
θα πάω να τη γνωρίσω
κι… ίσως τα πάντα εκτιμήσω!

(της PARATHEITSA)

ΙΟΥΝΙΟΣ: ο πρώτος μήνας του καλοκαιριού. Το καλοκαίρι έχει ήδη δηλώσει την παρουσία του για τα καλά. Κι όμως ενώ άλλα καλοκαίρια ήδη είχαμε ξεκινήσει την έρευνα των καλοκαιρινών διακοπών, τις ατέλειωτες συζητήσεις για προτάσεις καλοκαιρινών προορισμών μερικοί είχαν κιόλας αποφασίσει και κλείσει τις διακοπές ……. φέτος τίποτα.!!
Λές και ξαφνικά κανείς δεν έχει διάθεση για καμία συζήτηση που αφορά τις διακοπές, καμιά λαχτάρα για το ψάξιμο προορισμών, καταλυμάτων, δρομολογίων πλοίων και όλα αυτά, που κάθε τέτοια εποχή τα περιμέναμε, πως και τι!.

Για θυμηθείτε μέχρι πέρυσι οι πληροφορίες μεταξύ μας ανταλάσσονταν διαρκώς, οι αναμνήσεις μας απο παλιότερες διακοπές μοιράζονταν με όσους θέλαν να επισκεφτούν κάποιο απο τα μέρη, που είχαμε την τύχη να ταξιδέψουμε. Που θα μείνουμε, σε ποιές παραλίες θα κολυμπήσουμε, που θα φάμε ωραίο φαγητό ακόμη και σε ποιο μαγαζί θα αγοράσουμε τα τοπικά προιόντα. Για σκεφτείτε λοιπόν πόσοι απο εμάς έχουμε φέτος συζητήσει για το θέμα διακοπών με τον σύντροφο μας ή τους φίλους μας;
Πόσοι έχουμε αφιερώσει έστω και λίγο χρόνο στην αναζήτηση καλοκαιρινών προορισμών;
Ήρθε λοιπόν η ώρα να ονειρευτούμε και να σχεδιάσουμε τις διακοπές μας.
Ας βρούμε λοιπόν τον τόπο που θα θέλαμε να χαλαρώσουμε, ας κάνουμε μια έρευνα, ας ονειρευτούμε τις παραλίες με τα γαλάζια πεντακάθαρα νερά, γιατί μην ξεχνάμε είμαστε ευλογημένη χώρα (σ΄αυτό το τομέα τουλάχιστον) και σιγά σιγά θα φύγει αυτή η απογοήτευση που μας έχει όλους κυριεύσει.
Θα νιώσουμε έστω για λίγο καλύτερα με την προσμονή των ξένοιαστων ημερών που μας περιμένουν. Μην ξεχνάτε πόσο όμορφη είναι η προετοιμασία των διακοπών. Kαμιά φορά είναι πιο όμορφη και από τις ίδιες τις διακοπές.

Κι αν φέτος δεν καταφέρουμε να κάνουμε αυτές τις διακοπές που ονειρευόμαστε, θα έχουμε τουλάχιστον καταφέρει να ονειρευτούμε γιατί σημασία δεν έχει πάντα ο προορισμός αλλά το ίδιο το ταξίδι -έστω και μέσα απο το μυαλό μας.
Σχόλιο OITHEITSES: Κι όμως, αγαπητή «PARATHEITSA», γνωρίζω κάποια που έχει λυσσάξει να ερευνά προορισμούς και να οργανώνει τις 15νθήμερες διακοπές της απο τον Μάιο που μας πέρασε. Αυτή είναι η «Σπιτωμένη Καλλονή», βέβαια!

Έφτασε λοιπόν και ο πρώτος καύσωνας. Άκουσα για το σαραντάρι που έρχεται και μόνο στο άκουσμα ίδρωνα, ξείδρωνα, φύσαγα, ξεφύσαγα και μέσα στην αγωνία πως θα περάσουν οι δύσκολες μέρες του καύσωνα μου ήρθαν θύμησες απο τα παλιά.
Καλοκαίρια παιδικών χρόνων, που τα air-condition ήταν άγνωστη λέξη και οι τρόποι αντιμετώπισης των καυτών ημερών ήταν τόσο απλές.

Θυμηθείτε τα σπίτια με τις αυλές. Κάθε καλοκαιρινό απόγευμα όλες οι γειτόνισσες παίρνανε το λάστιχο και βρέχανε για να φύγει η μεσημεριανή πύρα από τον καυτό ήλιο, ώστε το σούρουπο να κρατηθεί η δροσιά και μόλις έπεφτε ο ήλιος μαζευόμασταν όλοι να γευτούμε το απογευματινό γλυκό που δεν ήταν τίποτα άλλο απο μια βρεγμένη φέτα ψωμί πασπαλισμένη με λεπτή ζαχαρίτσα και λίγη κανέλλα μερικές φορές.
Όσο για τα βράδια η στρωματσάδα ήταν στα φόρτε της. Δεν θα ξεχάσω τους ατέλειωτους καβγάδες με τα ξαδέλφια μου για το ποιός θα κοιμηθεί με τη γιαγιά στο μπαλκόνι. Το στρώμα στο μωσαικό και από πάνω το βαμβακερό λουλουδένιο σεντόνι. Σχεδόν πάντα και ένα στην καβάτζα για την πρωινή δροσούλα, που θα το χρειαζόσουν οπωσδήποτε πριν μπείς να συνεχίσεις τον ύπνο μιας και ο πρωινός ήλιος έπεφτε ανελέητος στα νυσταγμένα μας μάτια και ο κόκορας της κυρα Πόπης φώναζε για να δηλώσει την παρουσία του στην απέναντι αυλή.
Κάθε βράδυ λοιπόν μετά από την απαραίτητη φασαρία, κάποιες σφαλιάρες καταλήγαμε στο να κοιμηθούμε όλοι στην στρωμένη βεράντα κάτω από ένα ουρανό γεμάτο με άστρα (ναι! τότε μπορούσες και στην πόλη να διακρίνεις τα μικρά λαμπερά αστέρια) ακούγοντας τα αγαπημένα παραμύθια απο τη γιαγιά ή μερικές φορές χαχανίζοντας και πειράζοντας ο ένας τον άλλο.
΄Oλη η γειτονιά γεμάτη με οικογένεις στα μπαλκόνια και στις αυλές, με τις πόρτες διάπλατα ανοιχτές να γίνεται ρεύμα και μερικοί προνομιούχοι με αβαντάζ κάποιους ανεμιστήρες. Έτσι πέρναγαν οι καλοκαιρινές βραδιές, ξαπλώνοντας σε στρώματα έχοντας στα ρουθούνια μας τις μυρωδιές απο τα νυχτολούλουδα και τα γιασεμιά, ακούγοντας τα γέλια και τις κουβέντες των γειτόνων και όχι το βουητό απ΄το διπλανά κλιματιστικά.
Βραδιές που θυμάμαι με νοσταλγία, μου λείπουν αυτά τα απλά και σκέφτομαι πόσο πιο όμορφα θα ήταν για μια βραδιά να κλείσουμε το κλιματιστικό και ναι γιατί όχι, να κοιμηθούμε στα μπαλκόνια. Με ποιές όμως μυρωδιές και ποιούς ήχους θα νανουριστούμε; που είναι η γιαγιά να μας πεί ένα απ΄αυτά τα όμορφα παραμύθια; και προπάντων που είναι εκείνη η ξενοιασιά των παιδικών μας χρόνων;

Χάθηκε μαζί με τα νυχτολούλουδα και τα γιασεμιά.

H «PARATHEITSA» όταν αναπολεί γεμίζει το blog μας άρωμα γιασεμιού, νυχτολούλουδου και φωτίζεται με την ξαστεριά ενός άλλου Αττικού ουρανού, που έχουμε όλοι ξεχάσει. Ευχαριστούμε για τ’ αρώματα και τις όμορφες λάμψεις.

Στο τέλος της άνοιξης και πάλι, όπως καθε χρόνο και το βλέμμα ψάχνει τα γνώριμα απο χρόνια δέντρα να ανθίσουν ξανά. Φουντωμένα πλέον ανάμεσα στ’ άλλα με άρωμα και χρώμα, που με γυρίζουν πολλά χρόνια πίσω…
…και χάρηκα πολύ όταν απο το τμήμα πρασίνου του Δήμου μας έμαθα επιτέλους το όνομα του, που στιγμάτισε τόσο έντονα τη ψυχή μου και τι θύμησές μου, ώστε κάθε φορά κοιτώντας τα, γυρνώ νοσταλγικά στα υγρά ζεστά καιλοκαιράκια των παιδικών μου χρόνων.
Οι πασχαλιές (μελία ινδική) φουντωμένες-ανθισμένες και στοιχισμένες στην μικρή γειτονιά μας με τα μωβ λιλά, λουλουδάκια πεσμένα στο έδαφος δήλωναν το τέλος της άνοιξης, αρχή καλοκαιριού.

Ελάχιστες οικογένειες μέσα σ’ αυτές και η δική μου περίμενε το φορτηγό, το οποίο θα μετέφερε όλο σχεδόν το σπιτικό μας επάνω σε τέσσερις μεγάλες ρόδες… στην Πεντέλη! στο βουνό των Θεών, πνιγμένο στο πράσινο.
Γεμάτο από οικογένειες που, καθε χρόνο, έστηναν τα τσαντίρια τους και πέρναγαν το καλοκαιράκι τους ξέγνοιαστα μακρυά απο τον θόρυβο της πόλης (ακόμα βλέπετε η θάλασσα δεν είχε μπει στη ζωή μας, ως τουριστικός προορισμός).

Μαχαλάδες γνώριμοι απο τα χρόνια πια, οι γείτονές μας οι ίδιοι κάθε χρόνο.
Ασβεστωμένες πετρούλες διαχώριζαν τα στημένα σπιτικά μας κάτω απο την σκιά των πεύκων.
Χωρίς καμμία επικοινωνία μεταξύ μας (καθότι το τηλέφωνο ήρθε πολύ αργότερα στη ζωή μας) ανταμώναμε μικροί και μεγάλοι, να μοιραστούμε μέρες ξεγνοιασιάς απλωμένοι η μία οικογένεια δίπλα στην άλλη. Ετσι απλά!

Αχ, η Πεντέλη!
Βουνό αγαπημένο για όλους όσους μοιράστηκαν τα δροσερά καλοκαίρια του, μαγεύτηκαν απο ιστορίες για δούκισσες, ληστές και ξωτικά… Βουνό που αγκάλιασε ανθρώπους του μόχθου, ανθρώπους ταλαιπωρημένους απο προσφυγιά και εσωτερική μετανάστευση, ανθρώπους όμως, που γνώριζαν σοφά, θα έλεγα, απο πού να αντλήσουν χαρά και απεριόριστη υπομονή, για όλα όσα άλλαξαν άθελά τους – τη ζωή τους την ίδια – και όντας ανίκανοι να αντιδράσουν σε όσα η μοίρα τους ή η μοίρα αυτού του τόπου, τους ανάγκασε να προχωρήσουν, να ζήσουν, και να αντισταθούν στον πόνο και στις αγωνίες τους.

Ανθρωποι που ταξίδευαν με τα τραγούδια του Χατζηδάκη, που έλλοιωναν απο καημούς ακούγοντας Καζατζίδη και λίγα χρόνια αργότερα ξεχύθηκαν στους δρόμους με τα τραγούδια του Μπιθικώτση.

Κι απο ψηλά η πόλη ολόκληρη στα πόδια μας, γειτονιές η μία δίπλα στην άλλη, έως στην άκρη του ορίζοντα, γεμάτες απο μυρωδιές και χρώματα γιασεμί, μπουκαβίλιες, νυχτολούλουδα, όλα ανακατεμένα με την μυρωδιά του νωπού χώματος απο τα νερουλάδικα των Δήμων. Μικροπολιτές στα σοκάκια με γεμάτα κοφίνια επάνω σε τετράποδα, υπονομενετικά όπως οι άνθρωποι κι αυτά, γέλια και παιχνίδια στα πεζούλια των σπιτιών και εκεί στο τέλος προς την θάλασσα το δικό μας μικρό λιμάνι, ο πατέρας, που περιμέναμε με έρθει τις Κυριακές να τον δούμε και να πάρει και αυτός μια ανάσα δροσιάς, πριν ξεκινήσει πάλι για την δουλειά στα αμπάρια των πλοίων.
Ταξίδι ολόκληρο η επιστροφή του στο λιμάνι του, εκεί που γεννήθηκε και μεγάλωσε, εκεί που αναπαύεται πλέον κοντά σε όλα αυτά που αγάπησε και στη γη που τον ανέθρεψε.

Ωσπου και αυτή η χαραμάδα χαράς, η ελευθερη συμβίωση με τον κόσμο, αυτή η επικοινωνία απλών ανθρώπων, που ήξεραν να βάζουν διαχωριστικές γραμμές, βάφοντας πετρούλες, απομακρύνθηκαν καθότι κάποιοι αποφάσισαν να κλείσουν το πέρασμα στο βουνό για να προστατευθεί απο ενδεχόμενη φωτιά και καταστροφή.
Τι τραγική ειρωνία….

Πληγώθηκαν βέβαια πρώτα οι γονείς μας απο αυτήν την απομάκρυνση και εμείς τα παιδιά τους, παρακολουθούμε μέχρι τις μέρες μας το βουνό μας, απροστάτευτο πλέον, και μακρυά απο αυτούς που το αγάπησαν στ’ αλήθεια, να σβήνει αβοήθητο, χρόνο με το χρόνο.

Πανηγύρι η καθημερινότητά μας, ένα βουνό ανθρωπομάνι κατέβαινε στην μοναδική πηγή για πόσιμο νερό. Μικροί, μεγάλοι στη σειρά τους με τα χρωματιστά παγούρια στα χέρια και στους ώμους, ευκαιρία για τους μικρούς να πλατσουρίσουν τριγύρω απο την πηγή, αλλά και παγούρια δυνανάλογα για τους μικρούς νεροκουβαλητές, ενώ γεμάτοι πλέον ο καθένας με την σειρά του περνάγαμε την ανηφόρα για τις σκηνές μας.

Στην διαδρομή μας περνούσαμε ανάμεσα απο τσαντήρια το ένα στημένο δίπλα στο άλλο, τραπέζια, ράντζα παρατεταγμένα, σεντόνια λουλουδωτά με μπόγο απο κουβέρτες και ρουχισμό πάνω τους, υπαίθριες κουζίνες, που στην καλύτερη περίπτωση ήταν φτιαγμένες απο κόντρα πλακέ, κούνιες κρεμασμένες στα χοντρά κλαριά των πεύκων για μικρούς και μεγάλους, τέντες απο καραβόπανο για να προστατεύονται οι σκηνές απο τις ζεστές ακτίνες του ήλιου και τις καλοκαιρινές μπόρες.
Προχωρούσαμε ανάμεσα σε υπαίθριες μπουγάδες, ανάμεσα σε γνώριμα σπιτικά.

Φτάνοντας τέλος στη δική μας σκηνή ξαποστέναμε για λίγο αφήνοντας το φορτίο μας, που ήταν σχεδόν καθημερινή υποχρέωση, και δρόμο για παιχνίδι, ανάμεσα σε βράχους, πεύκα, υπαίθρια θεατρικά και ό,τι άλλο μπορούσε να σκαρφιστεί το παιδικό μας μυαλουδάκι.
Μικροπαρεξηγήσεις ίσως να υπήρχαν, αλλά η η ζωή και το παιχνίδι μας καλούσαν να πάμε ξανά απ την αρχή.

Μεσημεράκια ήσυχα με σεβασμό στις ώρες της κοινής ησυχίας χωρίς υποδείξεις από κανέναν. Πρώτα πήγαιναν οι μικροί για ξεκούραση και ακολουθούσαν οι μεγαλύτεροοι, αφού είχαν τακτοποιηθεί όλα τα κουζινικά και τζετζερέδια απο το μεσημερινό γεύμα.
Πλυμμένα πιατικά κάτω απο το κρεμασμένο στο πεύκο βρυσάκι (αυτοσχέδιος νεροχύτης), δίπλα του το φανάρι με τα τρόφιμα προστατευμένο απο τους ιπτάμενους επισκέπτες και παραδίπλα η λάμπα πετρελαίου έτοιμη για το δειλινό. Κι έξω απο τη σκηνή μας κοριτσίστικα πεδιλάκια και χρωματιστές σιαγιονάρες με μεγάλες μαργαρίτες, σορτσάκια και μπλουζάκια -όλη η γκαρνταρόμπα μας.

Τα δειλινά γυναικοπαρέες συνήθως με σχολιαρόπαιδα τριγύρω τους τσούρμο, με μοναδική συντροφιά το φεγγαράκι και τις πυγολαμπίδες στο πλάϊ να φωτίζουν τα μονοπάτια τους στο βραδυνό περίπατο. Ησυχία παντού!

Ενας κόσμος ολόκληρος απο άνθρώπους ικανούς να μεταφέρουν κάθε λεπτό τη χαρά της ζωής με μια ματιά, με μια ζεστή καλημέρα και αυτό έφτανε.

Και στις μέρες μας 2010, προσπαθώ να δω στο μέλλον.
Πως να πάρουν πάλι χρώμα τα όνειρά μας; Ποιά ελπίδα να στηρίξει το αύριο μας; Τι να ζεστάνει τις καρδιές μας;
Μήπως χάθηκαν οι καλημέρες μας στους ασφαλτοστρωμένους πλέον δρόμους μας, ανάμεσα στην σκόνη που δημιούργησε η αποκαθήλωση των μικρών μας σπιτιών:
Μήπως σ’ εκείνα τα μονοπάτια που δεν θα ξαναπερπατήσουμε, στην πηγή, που δεν θα ξεδιψάσουμε ξανά, μήπως ανάμεσα στα πεσμένα λουλουδάκια της πασχαλίας;
Μήπως στο απογυμνωμένο από «αγάπη» βουνό μας χάσαμε το δρόμο του γυρισμού;
Κι όμως γιατί πιστεύω ότι τίποτε δεν χάθηκε οριστικά βλέποντας το δέντρο κάθε άνοιξη, πάντα εκεί, να μου κλείνει πονηρά το μάτι;

«Kαι πάλι απο την αρχή, Ευθυμούλα», λέω στον εαυτό μου.

Στην «PARATHEITSA», μετά το δημοσίευμα «Τα βέλη του Ερωτα», έχει δημιουργηθεί ένας αστείρευτος συγγραφικός οίστρος. Δεν κρατιέται και δεν την κρατάει κανείς.
Μας έστειλε λοιπόν άλλη μια επιστολή με τίτλο: «στην παλιά ντισκοτέκ» και μας θύμισε όμορφες στιγμές, όταν τα βέλη έδιναν και έπαιρναν, άλλες φορές χορεύοντας ροκ, άλλες χορεύοντας καρεκλάδικα και άλλες το απαλό, τρυφερό μπλουζ.

Στην παλιά ντισκοτέκ

«Τότε που η έξοδος ήταν το γεγονός της εβδομάδας, συνήθως σε κάποια ντισκοτέκ του Πειραιά, ΒΟΟΜ ΒΟΟΜ, BARBARELLA, STUDIO 254.

Τότε που έβαζες τα καλά σου, έφτιαχνες το μαλλί και έπαιρνες ταξί για να συναντηθείς με τους υπόλοιπους, αφού είχατε συνεννοηθεί από πριν.
Τώρα, χωρίς κινητό, δεν πρόκειται ούτε με τη μάνα σου να συναντηθείς κάπου.
Αν είχε και κάποιος απο την παρέα αυτοκίνητο το τέλειο. Τα ραντεβού νωρίς όχι στις 1.00πμ, όπως τώρα και πάντα σχεδόν στου Παπασπύρου στο ρολόι, στο Δημοτικό Θέατρο. Ένα τσούρμο παιδιά, γέλια, πειράγματα και το χαρτζιλίκι στη μέση για τη βότκα πορτοκάλι (το «mojito» ήταν άγνωστη λέξη). Και επιτέλους φτάναμε στον προορισμό μας. Πολύχρωμα φώτα, δυνατή η μουσική, βελούδινοι καναπέδες και δερμάτινα σκαμπώ -τα παπάκια είχαν την τιμητική τους.
Τότε που ο Travolta σου έδειχνε πώς να χορέψεις το Σαββατόβραδο και πως «η άσπρη σου μπλούζα να φωσφορίζει στα φώτα της ντισκόμπαλας».

Ποιος θυμάται τους καρεκλάδες; Πως τα έχω μπερδέψει όμως έτσι ε;
Δεν φταίω εγώ… το μυαλό παίζει περίεργα παιχνίδια.
Δεν μπορείς να ξεχωρίσεις τι είναι αυτό που αναπολείς από τότε. Είναι όλα και τίποτα. Δεν είναι η μουσική, άλλωστε την έχεις και τώρα αν θες σε mp3. Δεν είναι οι σχέσεις, άλλωστε οι ίδιοι άνθρωποι είμαστε. Δεν είναι τα ρούχα, ούτε νεκρή δεν θα ξανάβαζα φούστα λαχούρι. Σίγουρα μας λείπανε πολλά που σήμερα είναι δεδομένα.
…κι όμως! αν μπορούσα θα γύρναγα πίσω, έστω για λίγο, έστω για ένα Σαββατόβραδο.
Στην ντισκοτέκ
Στην παλιά ντισκοτέκ
Στην ντισκοτέκ την παλιά
Φέραν νέα φώτα
Στρώσαν καινούρια χαλιά
κι άνοιξαν την πόρτα.
Όμως δεν ήρθες εσύ, το χαμόγελό σου
λείπει η ζωή μου η μισή κι ότι είναι δικό σου»

Αρέσει σε %d bloggers: