Archive

Ποίηση

Εθνική εορτή. Παρέλαση Μαρτίου.
Επέτειος βελτίωσης λιγάκι του καιρού.
Μπλε ποδίτσες άσπρα συννεφάκια φοράει
η αίθρια από μια σκοπιά ημέρα.
Σημαιοφόρα πράσινα φύλλα, σημειωτόν το έαρ.
Νικητήρια παιδάκια κρατούν
χάρτινες σημαιούλες κυματίζουν
υπερήφανες μάνες.

Κάθομαι στο άδειο παγκάκι με μιαν ηλιαχτίδα.
Παλιά μου συμμαθήτρια,
όμως αυτή πως τα κατάφερε
και μένει από τότε, όλο στην ίδια ωραία τάξη.

Ομοβροντίες σχολείων. Επέτειος νεότητος.
Τιμές σε ανδριάντα. Όρθιος ο πυρπολητής
στη μισή του βάρκα. Οικονομία στο μάρμαρο
σπατάλη ηρωισμού ή κόπηκε η έμπνευση στη μέση;
ποιος ξέρει, πολλές των εκδοχών οι ναυμαχίες.

Ευτυχώς, η λέξη ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ χαραγμένη
στο σώο ήμισυ της βάρκας
ευανάγνωστα επιπλέει και βυθίζει
τα εχθρικά τεράστια κύματα της ακινησίας.

Καθηγητής στεφανώνει το άγαλμα
κι εγώ το προεόρτιον μαθητή.

Υποκειμενικό και το ένδοξο.

_______________________________________

http://www.facebook.com/oitheitses.blogaroun

Eιδα προσφατα σε μια σχολικη ταξη, διπλα στον πινακα, να ειναι τοιχοκολλημενο το ποιημα »Αν».   Ακριβως διπλα στον τιτλο (‘ΑΝ’) του ποιηματος υπαρχει μια χειρογραφη επεμβαση με μαυρο μαρκαδορο και …τσοκλικη τεχνικη που γραφει: «…μια ταινια του Χριστοφορου Παπακαλιατη».

ΑΝ

Αν να κρατάς καλά μπορείς το λογικό σου,
όταν τριγύρω σου όλοι τα έχουνε χαμένα
Αν να εμπιστεύεσαι μπορείς τον ίδιο τον εαυτό σου
Όταν ο κόσμος ΔΕΝ σε πιστεύει…
Κι αν μπορείς να του σχωρνάς αυτή τη δυσπιστία
Να περιμένεις αν μπορείς δίχως να χάνεις ην υπομονή σου
Κι αν άλλοι σε συκοφαντούν, να μην καταδεχτείς ποτέ το ψέμα
Κι αν σε μισούν εσύ με μίσος ταπεινό να μην ξεπέσεις
Μα να μην κάνεις τον καλό ή τον πολύ σοφό στα λόγια

Αν να ονειρεύεσαι μπορείς χωρίς να γίνεις σκλάβος των ονείρων
Αν να στοχάζεσαι μπορείς δίχως να γίνει ο στοχασμός σκοπός σου
Αν ν αντικρύζεις σου βαστά το θρίαμβο και τη συμφορά παρόμοια
Κι όμοια να φέρεσαι σ’ αυτούς τους δύο τυρανικούς απατεώνες
Αν σου βαστά η ψυχή ν’ακούς όποιαν αλήθεια εσώ είχες υπομένει
παραλλαγμένη απ’τους κακούς για να’ναι για τους άμυαλους παγίδα
‘Η συντριμένα να θωρείς όσα σου έχουνε ρουφήξει τη ζωή σου
και πάλι να ξαναρχινάς να κτίζεις μ’εργαλεία που ‘ναι φθαρμένα…

Αν όσ’απόχτησες μπορείς σ’ένα σωρό μαζί να τα μαζέψεις
και δίχως φόβο μονομιάς κορώνα ή γράμματα όλα να τα παίξεις και να τα χάσεις
Κι απ’αρχής ατράνταχτος να ξεκινήσεις πάλι
και να μη βγάλεις και μιλιά ποτέ γι αυτό τον ξαφνικό χαμό σου
Αν νεύρα και καρδιά μπορείς και σπλάχνα και μυαλό και όλα να τα σφίξεις
να δουλέψουν ξαναρχείς κι ας είναι από πολύ καιρό σωσμένα
Και να κρατιέσαι πάντα ορθός όταν δεν σου’χει τίποτα απομείνει, παρά μονάχα η θέληση
κράζωντας σε αυτά «Βαστάτε»…

Αν με αρχοντάδες να γυρνάς μπορείς, δίχως απ’τους μικρούς να ξεμακρύνεις
ΚΙι αν μήτε φίλοι,εχθροί μπορούν πια ποτέ να σε πειράξουν
Όλο τον κόσμο να αγαπάς μα και ποτέ πάρα πολύ κανέναν
Κι αν του θυμού σου τις στιγμές που φαίνεται αδυσώπητη η ψυχή σου
μπορείς να αφήσεις να διαβούν την πρώτη ξαναβρίσκωντας γαλήνη
δική σου θα’ναι η Γη, μ΄όλα και μ΄ότι απάνω της κι αν έχει
Και κάτι ακόμα, πιο πολύ άνδρας αληθινός θα’σαι αγόρι μου….

if-stephenguyattR. Kipling

Αποθύμησα να φάω κούμαρα.   Θυμάμαι μ’ άρεσαν πολύ. 

Θυμάμαι ήταν παιχνίδι: κάθε Φθινόπωρο να «κυνηγούμε» κούμαρα.

Θυμάται κανείς?

Και ποια ειναι η αφορμή που τα θυμήθηκα……?

Είδα στο fb μια φωτογραφία με ένα όμορφο κοριτσάκι (που ζει εκτός Αθηνών) να τα κραταει στα χέρια του, και να ποζαρει χαμογελωντας, ενώ πίσω του απεικονιζόταν ένα πραγματικό φθινοπωρινό φόντο.

Θυμήθηκα το ποίημα του Δροσίνη «τα Πρωτοβρόχια» και προσπάθησα να θυμηθώ τη γεύση από τα κούμαρα αλλά δεν τα κατάφερα.

 Τα πρωτοβρόχια

Μὲ τὰ πρωτοβρόχια θἄρθουν τὰ μηνύματα
τοῦ χειμώνα: τὸ ποτάμι θὰ θολώσει,
θὰ τριζοβολοῦν ξερὰ τὰ πλατανόφυλλα
θὰ κρυώσει ἡ νύχτα καὶ θὰ μεγαλώσει.

Θὰ δροσοσταλάζουν κόκκινα τὰ κούμαρα,
κυκλαμιὲς θ᾿ ἀνθοῦν στὸ χῶμα ταίρια ταίρια,
θὰ καπνίζουν σφαλιστὰ τὰ χωριατόσπιτα
καὶ θ᾿ ἀρχίσουν τὰ σπιτιάτικα νυχτέρια.

Θὰ σωπάσει ὁ τζίτζικας κι ἑτοιμοτάξιδα
γι᾿ ἄλλων τόπων ἄνοιξη, μακριὰ ἀπ᾿ τὰ χιόνια
βράδυ βράδυ ὡς τὰ μεσούρανα θὰ χύνονται
μαῦροι φτερωτοὶ σταυροὶ τὰ χελιδόνια.

Ὦ χαρά μας! τὸ χειμώνα θὰ προσμένομε,
δίχως πάγους καὶ χιονιὲς νὰ φοβηθοῦμε:
τὴ ζωή μας τὸ στερνὸ ταξίδι ἐκάναμε
καὶ τὴν ἄνοιξη ἄλλων τόπων δὲν ποθοῦμε.

Κωστής Παλαμάς

Είμαι του ήλιου η θυγατέρα

Η πιο απ’όλες χαϊδευτή,

Χρόνια η αγάπη του πατέρα

Σ’αυτόν τον κόσμο με κρατεί.

Όσο να γύρω νεκρωμένη

Αυτόν το μάτι μου ζητεί.

Ειμ’ η ελιά η τιμημένη.

Όπου κι αν λάχω κατοικία

Δε μ’ απολείπουν οι καρποί,

ως τα βαθειά μου γηρατεία

Δε βρίσκω στη δουλειά ντροπή..

Μ’έχει ο Θεός ευλογημένη

Κι είμαι γεμάτη προκοπή.

Ειμ’ η ελιά η τιμημένη.

Φρίκη ερημιά νερό σκοτάδι

Τη γη εθάψαν μια φορά

Εμε, ζωής φέρνει σημάδι

Στο Νώε η περιστερά.

Όλης της γης ειχα γραμμένη

Την ομορφάδα, τη χαρά.

Ειμ’ η ελιά η τιμημένη.

Εδώ στον ίσκιο μου αποκάτου

Ηρθ’ ο Χριστός ν’ αναπαυθεί

Κι ακούστήκ’ η γλυκιά λαλιά του

Λίγο προτού να σταυρωθεί.

Το δάκρυ του δροσιά αγιασμένη

Έχει στη ρίζα μου χυθεί.

Ειμ’ η ελιά η τιμημένη.

Και φως πραότατο χαρίζω

Εγώ στην άγρια τη νυχτιά

Τον πλούτο πια δε τον φωτίζω

Συ μ’ευλογείς φτωχολογιά.

Κι αν απ’ τον άνθρωπο διωγμένη

Φέγγω μπροστά στην Παναγιά.

Ειμ’ η ελιά η τιμημένη.

Να τη φοβάστε την πανσέληνο.

Να μαζεύεστε στα σπίτια σας νωρίς
και ν’ ασφαλίζετε καλά την εξώπορτα.

Να προσεύχεστε
και να κοιμάστε με το βαφτιστικό σας σταυρουδάκι
κρεμασμένο στο στήθος.
Γιατί έξω
κάθε πανσέληνο
κυκλοφορούν οι ποιητές
ίδιοι λυκάνθρωποι.
Κατασπαράζοντας τα ήθη
των αθώων,
διψώντας για το αίμα
των ανύποπτων,
καλώντας με ουρλιαχτά
το Αρχαίο Νερό
που θα’ ρθει κάποτε και θα σας κατακλύσει.
Να φοβάστε την πανσέληνο.

Στις γωνιές παραμονεύουν
τα επικίνδυνα όνειρα.

__________________________________________________
Στην Κατερίνα Γώγου

*Σταύρος Ζαφειρίου, Ζεστή Πανσέληνος
Από τη συλλογή Ζεστή Πανσέληνος (1988)

Πάντα κι ὅπου σ᾿ ἀντικρίζω,
μὲ λαχτάρα σταματῶ,
ὑπερήφανα δακρύζω,
ταπεινὰ σὲ χαιρετῶ.

Δόξα ἀθάνατη στολίζει
κάθε θεία σου πτυχὴ
καὶ μαζί σου φτερουγίζει
τῆς πατρίδος ἡ ψυχῆ.

Ὅταν ξάφνου σὲ χαϊδεύει
τ᾿ ἀγεράκι τ᾿ ἀλαφρό,
μοιάζεις κύμα, ποὺ σαλεύει
μὲ χιονόλευκον ἀφρό.

Κι ὁ σταυρὸς ποὺ λαμπυρίζει
στὴν ψηλή σου κορυφή,
εἶν᾿ ὁ φάρος ποὺ φωτίζει
μίαν ἐλπίδα μας κρυφή.

Σὲ θωρῶ κι ἀναθαρρεύω
καὶ τὰ χέρια μου χτυπῶ,
σὰν ἁγία σὲ λατρεύω,
σὰ μητέρα σ᾿ ἀγαπῶ.

Κι ἀπ᾿ τὰ στήθη μου ἀνεβαίνει
μία χαρούμενη φωνή:
«Νἆσαι πάντα δοξασμένη,
ὦ Σημαία γαλανή!»

Ἰωάννης Πολέμης

Δυό ψυχές, που
κολυμπάμε αριστοτεχνικά
μέσα στη γυάλα.
Για να περιγράψουμε το κενό
λέμε τα ίδια που επαναλάβαμε
χρησιμοποιώντας μπερδεμένα το χρόνο.
Πάντα προσπαθούμε – προσπαθούμε ξανά!
Γιατί πιστεύουμε πως όλα τελείωσαν.
‘Ολες τις φορές, ο χορός μας είν’ ο τελευταίος
με ελιγμούς μέσα στις κοίλες γυάλινες πλευρές
του γνώριμου χώρου μας.
…και έκπληκτοι συναντιόμαστε και πάλι για πρώτη φορα.
Κλαιρη Χατζηγιαννη
Αρέσει σε %d bloggers: