Archive

Αθλητισμός

alan-gioustas‘Εμαθα πρόσφατα την παρακάτω είδηση και σκέφτηκα να την μοιραστώ μαζί σας.

Ενα στέλεχος της Google, εν ονόματι Άλαν Γιούστας, κατέχει πλέον στο ενεργητικό το ρεκόρ ύψους ελεύθερης πτώσης.  Πιό συγκεκριμένα ο ‘Αλαν, ετών 57 –παρακαλώ;- πήδηξε στο κενό από το ύψος των 41.500 περίπου μέτρων, δηλαδή στα πάνω-πάνω στρώματα της στρατόσφαιρας.

Φυσικά, στα 41.500μέτρα δεν ανέβηκε με αεροπλάνο, αλλά με ένα αερόστατο, το οποίο λειτουργούσε με ήλιο.

Η πτώση του Αλαν από την στρατόσφαιρα είχε διάρκεια 15 περίπου λεπτά, ενώ η υψηλότερη ταχύτητα πτώσης του άγγιξε τα 367χλμ/ώρα.   

Ομολογουμένως, δεν θα ήθελα να είμαι στη θέση του, με τίποτα!  ‘Ομως για τον Αλαν ήταν όνειρο ζωής, αφού με αυτά τα νούμερα επιδόσεων κατέρριψε το παγκόσμιο ρεκόρ ταχύτερης πτώσης, »σπάζοντας» μάλιστα και το φράγμα του ήχου.

Το προηγούμενο ρεκόρ ανήκε στον Φέλιξ Μπάουμγκαρτνερ, ο οποίος το 2012 είχε πηδήξει 39.000περίπου μέτρα.   Αρκετά μεγάλη, δηλαδή, διαφορά με τις νέες επιδόσεις του Αλαν.

Ειλικρινά, δεν μπορώ να υπολογίσω ή να διανοηθώ ποιά μπορεί να είναι τα ‘’προσόντα’’ ενός τέτοιου ανθρώπου που αποφασίζει να υποστεί μια τέτοια δοκιμασία –και δεν εννοώ …τα σωματικά προσόντα.   Η πρώτη απορία μου όταν διάβασα αυτήν την είδηση, ήταν: ‘’μα δεν φοβάται’’.

O ίδιος, βέβαια, δήλωσε στους NewYorkTimes πως «Ήταν μια τρελή κούρσα. Είχα μαζεμένα τα πόδια μου και κρατούσα συνεχώς το κράνος».  

‘Αραγε από φόβο;;;;;

 

Με ρεκόρ συμμετοχής, θα δοθεί αύριο (Κυριακή) η εκκίνηση του 28ου Κλασικού Μαραθώνιου. Η ιστορία του Μαραθώνιου Δρόμου γεννήθηκε πριν από 2.500 χρόνια, όταν ο αρχαίος ημεροδρόμος μετέφερε το μήνυμα της νίκης των Αθηναίων εναντίον των Περσών.

Ο Κλασικός Μαραθώνιος της Αθήνας είναι μοναδικός στον κόσμο, όχι μόνο για τις ιστορικές καταβολές του, αλλά και για το μοναδικό και πολυσυλλεκτικό κοινό που τον συνθέτει κάθε χρόνο. Άνθρωποι κάθε ηλικίας και κάθε εθνικότητας, που έχουν διανύσει ή διανύουν τον δικό τους προσωπικό μαραθώνιο, βρίσκονται με ευλαβική συνέπεια κάθε χρόνο στην εκκίνηση του αγώνα, χαρίζοντας με την παρουσία τους μια ξεχωριστή πινελιά στον πολύχρωμο πίνακα της διοργάνωσης.

Έναν πίνακα, ο οποίος φέτος αποκτά ακόμη πιο έντονη λάμψη, λόγω της επετείου των 2500 χρόνων από την Μάχη του Μαραθώνα, αλλά και μια μοναδική μαζικότητα, που όμοιά της δεν έχει γνωρίσει ποτέ ο Κλασσικός Μαραθώνιος της Αθήνας.
ΑΠΕ

Ουκ ολίγοι δρομείς του Μαραθωνίου, επαγγελματίες και ερασιτέχνες, μπορεί να προπονούνται επί μήνες και χρόνια και στο τέλος να μην καταφέρνουν καν να φτάσουν στη γραμμή του «φίνις». Τώρα, μια νέα επιστημονική έρευνα, με τη βοήθεια των μαθηματικών και της βιολογίας, έρχεται να προσφέρει το μυστικό του τερματισμού: δεν πρέπει ο δρομέας να εξαντλήσει πολύ γρήγορα τα αποθέματα ενέργειας από υδατάνθρακες που διαθέτει ο οργανισμός του, γιατί αλλιώς θα βιώσει το οδυνηρό φαινόμενο να «πέφτει πάνω σε ένα τοίχο», οπότε ή θα κόψει απότομα ταχύτητα ή σε λίγα λεπτά θα αναγκαστεί να σταματήσει τελείως.

Η νέα έρευνα από τον Μπένζαμιν Ράποπορτ, της Ιατρικής Σχολής του πανεπιστημίου Χάρβαρντ και του τμήματος Επιστημών Υγείας και Τεχνολογίας του πανεπιστημίου ΜΙΤ, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό μαθηματικής βιολογίας “PLoS Computational Biology”, σύμφωνα με το πρακτορείο Ρόιτερ και το Live Science, υπολόγισε μια νέα μαθηματική «φόρμουλα» που επιτρέπει σε κάθε δρομέα να υπολογίσει με ακρίβεια πόσες θερμίδες από υδατάνθρακες πρέπει να έχει πάρει εκ των προτέρων για να διαθέτει αρκετό απόθεμα, ώστε να μπορέσει να παραμείνει στην κούρσα και να μην αναγκαστεί να την εγκαταλείψει.
απε


Η Λιν και ο Ιαν γεννήθηκαν στη Σκοτία. Σήμερα, όμως, γνωρίζουν πολύ περισσότερα για τα περιπατητικά μονοπάτια της Τήλου, τη χλωρίδα και την πανίδα της, απ’ ό,τι η πλειοψηφία των Ελλήνων. Ζουν εκεί από το 1997, δουλεύοντας ως οδηγοί-ξεναγοί περιπατητών, ενώ έχουν ανακαλύψει ξανά πολλά, παλιά μονοπάτια, χαμένα από δεκαετίες, χάρη σ’ έναν παλιό ιταλικό χάρτη του 1929, που βρήκαν σ’ ένα …σούπερ μάρκετ.
απε


Αγαπούν το νησί και την Ελλάδα, την οποία επισκέπτονταν για διακοπές δύο φορές ετησίως, για αρκετά χρόνια, μέχρι που «κόλλησαν».

«Νιώθουν σαν στο σπίτι τους», όπως λένε, καθώς υποδέχονται τους φθινοπωρινούς τουρίστες στο όμορφο νησάκι της Δωδεκανήσου, όπου ο περιπατητικός τουρισμός βρίσκεται στα φόρτε του τους μήνες Σεπτέμβριο-Οκτώβριο και Απρίλιο-Ιούνιο.

Μαγικά τα μονοπάτια του νησιού, ανοιγμένα χρόνια πριν από βοσκούς και περιπατητές, αλλά και χαμένα από δεκαετίες, καθώς -όταν πέρασαν σε αχρησία- τα σκέπασε η βλάστηση. Χάρη στο αντίγραφο του παλιού ιταλικού χάρτη, που ήταν κολλημένος στον τοίχο του σούπερ μάρκετ, οι δύο τους μπόρεσαν να ανοίξουν ξανά πολλά μονοπάτια (10-15 είναι μόνο τα μεγάλα).

Ο Ιαν, που έχει περπατήσει κάθε γωνιά της Τήλου, τη θεωρεί μοναδική. Όπως λέει, αγαπάει τις πιο «άγριες» γωνιές της. Αλλά αν έπρεπε να ξεχωρίσει κάτι, θα διάλεγε το παλιό βυζαντινό μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονα, με τον χτισμένο το 1470 ναό, φωλιασμένο ανάμεσα σε πλατάνια, καστανιές και κυπαρίσσια, φυτεμένα το 1800.

Οι επισκέπτες είναι κυρίως Βρετανοί και Σκανδιναβοί, αλλά και Γερμανοί, Βέλγοι και Ολλανδοί και εσχάτως Αμερικανοί.

Επισκέπτονται την Τήλο για περιπατητικό τουρισμό, αλλά και για να θαυμάσουν τα άγρια πουλιά στο περίφημο πάρκο της: στο νησί, χαρακτηρισμένο ως ζώνη ειδικής προστασίας στην Ευρώπη, ζουν -μεταξύ άλλων- πέντε από τα μόλις 1.000 ζευγάρια σπιζαετών της Ευρώπης, αλλά και 600-700 ζεύγη μαυροπετρίτη (από τα 6.000 που μεταναστεύουν).

Όπως εξηγεί ο Ιαν, οι περιπατητές δεν έχουν συγκεκριμένο προφίλ: οι ηλικίες τους είναι από 20 έως 80-85 ετών. «Οι περιπατητές είναι μια διαφορετική ράτσα ανθρώπων, τους ενώνουν πολλά, χωρίς να έχει σημασία το επάγγελμα ή ο τρόπος ζωής», σημειώνει και η Λιν και παρατηρεί ότι, τελευταία ολοένα και περισσότεροι Έλληνες μπαίνουν στο δρόμο του περιπατητικού τουρισμού.

Το τζούντο είναι μια παλιά ιαπωνική πολεμική τέχνη, και μία μορφή σύγχρονης πάλης.

Το τζούντο (ακριβέστερα:τζουουντόου) θεωρείται πως έχει ιδρυθρεί απο τον Ζιγκορό Κάνο (γεν. 1860). Η τεχνική του τζούντο είναι, οι αθλητές να χρησιμοποιούν χέρια και πόδια.
Oπως κι εσείς γνωρίζετε έχει διαδοθεί σε όλο τον κόσμο και έχει γίνει ολυμπιακό αγώνισμα.

Σήμερα μας έκανε περήφανους το ευχάριστο νέο, πως στην χώρα του τζούντο, την Ιαπωνία, ο Ηλίας Ηλιάδης στέφθηκε παγκόσμιος πρωταθλητής του αθλήματος.

Θερμά Συγχαρητήρια στον Ηλία !

Ο Ηλίας είναι ο πρώτος Έλληνας τζουντόκα που κατακτά χρυσό μετάλλιο σε παγκόσμιο πρωτάθλημα ανδρών, την ίδια στιγμή που εκτός από το χρηματικό έπαθλο (6.000 δολάρια) εξασφάλισε και 500 βαθμούς στην παγκόσμια κατάταξη, η οποία μετράει ενόψει των Ολυμπιακών Αγώνων του Λονδίνου το 2012.

Επίσης, για να είστε ενήμερες θείτσες και θείτσοι σχετικά με την τέχνη αυτή, μάθαμε επίσης πως γλωσσικά ο όρος «τζούντο» είναι η ένωση δύο ιαπωνικών λέξεων, τζου, που σημαίνει ευγενής-δεξιοτέχνης και ντο, που σημαίνει οδός.
Στην Ευρώπη παλαιότερα ερμηνευόταν ως ευγενής τέχνη, τώρα όμως ερμηνεύεται ως ο δρόμος της δεξιοτεχνίας.

Ο παγκόσμιος πρωταθλητής βαθιάς κατάδυσης Πασκάλ Μπερναμπέ βρίσκεται στη βουλγαρική πόλη Σωζόπολη στα παράλια της Μαύρης θάλασσας, όπου αναζητάει στο βυθό απομεινάρια ναυαγίων, σύμφωνα με την ιστοσελίδα «Sofia News Agency».

Ο Πασκάλ Μπερναμπέ έχει κάνει κατάδυση σε βάθος 330 μέτρων το 2005 και από τότε κατέχει το παγκόσμιο ρεκόρ. Ο Μπερναμπέ μυήθηκε στις καταδύσεις σε ηλικία 25 ετών και από τότε για 20 χρόνια ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο και ψάχνει ναυάγια, ενώ μελετάει υποβρύχιες σπηλιές.

Ο Γάλλος δύτης δήλωσε ότι προετοιμαζόταν οκτώ χρόνια για να πετύχει το παγκόσμιο ρεκόρ κατάδυσης και οφείλει πάρα πολλά στην ισχυρή θέλησή του αλλά και στους πολύ καλούς φίλους που τον βοήθησαν σημαντικά.

Ο Μπερναμπέ ανέφερε ότι είναι ευχαριστημένος από τις καταδύσεις στη Μαύρη Θάλασσα και θέλει να δει αν υπάρχουν ναυάγια πλοίων στα 100 μέτρα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας και να επιστρέψει για μελέτες.
ΑΠΕ

Του Κυριάκου Παρασίδη

Μπορεί ο ορειβάτης, Χρήστος Κάκκαλος, να ήταν ο πρώτος που κατάφερε να κατακτήσει τον Μύτικα, στον Όλυμπο, στις 2 Αυγούστου του 1913, ωστόσο, κάθε φορά που κάποιος καταφέρνει να πατήσει την κορυφή αυτή του μυθικού «βουνού των θεών», νιώθει πως έχει πετύχει έναν ξεχωριστό άθλο.

Κάθε ανάβαση στον Όλυμπο είναι διαφορετική από την προηγούμενη και το ψηλότερο βουνό της Ελλάδας έχει να δώσει, κάθε φορά, διαφορετικά μηνύματα, παραστάσεις κι εμπειρίες στον ορειβάτη. Τι κι αν πρόκειται για ένα από τα πλέον επικίνδυνα βουνά της Ευρώπης, λόγω του υπεδάφους του. Το έξοχο τοπίο και τα αμέτρητα μέρη που μπορείς να επισκεφθείς, με μοναδικές διαδρομές -άλλες ευκολότερες κι άλλες πιο δύσκολες, που κόβουν την ανάσα- έχουν καταστήσει τον Όλυμπο έναν από τους δημοφιλέστερους προορισμούς για όσους αγαπούν τον ορεινό τουρισμό.

Το καλοκαίρι, οι ερασιτέχνες ορειβάτες είναι πολλοί και το βουνό σφύζει από ζωή, με τα καταφύγια να είναι, συνεχώς, γεμάτα κόσμο. Όλα αυτά από τον Ιούνιο μέχρι και το τέλος Σεπτεμβρίου, αφού οι υπόλοιποι μήνες είναι απαγορευτικοί για ανάβαση από ερασιτέχνες ορειβάτες.

Άλλωστε, θα πρέπει να έχει κάποιος κατά νου ότι ο Ολυμπος είναι το μοναδικό ελληνικό βουνό, όπου χιονίζει περίπου επτά μήνες το χρόνο, με τη μέση θερμοκρασία, το καλοκαίρι, να διαμορφώνεται στους +5 βαθμούς Κελσίου και το χειμώνα στους -25.

Λίγο πριν ξεκινήσει κάποιος την ανάβαση από τα Πριόνια (1100μ) διακρίνει μια μεγάλη χαράδρα, αυτή του Μαυρόλογγου-Αγίου Διονυσίου, με τον Ενιπέα ποταμό, που μπορεί να μην έχει πολύ νερό, ωστόσο αποτελεί μια ξεχωριστή πινελιά στο μαγευτικό τοπίο.

Η πορεία που ακολουθείται κατά τη διάρκεια της ανάβασης είναι παράλληλη με το ποτάμι. Τα πρώτα μέτρα είναι ευχάριστα και σε «πλημμυρίζουν» ευχάριστα συναισθήματα. Το υψόμετρο ανεβαίνει γοργά, αλλά καθόλου κουραστικά. Η καλή διάθεση και η όμορφη διαδρομή σε κάνουν να νιώθεις ελεύθερος! Τα ψηλά δέντρα, το κελάηδισμα των πουλιών και ο αχνός ήχος των νερών του Ενιπέα ξεκουράζουν την ψυχή του ορειβάτη και τού δίνουν ευεξία και δύναμη να συνεχίσει.

Η ανάβαση δυσκολεύει, ωστόσο, μετά από περίπου ένα τέταρτο της ώρας, γίνεται απότομη κι εκεί είναι που συνειδητοποιείς ότι έχεις δύσκολη αποστολή στη συνέχεια. Ένα κιόσκι και μερικά παγκάκια, έπειτα από περίπου 45 λεπτά πεζοπορίας, δίνουν τις απαραίτητες ανάσες στους ορειβάτες, που καλούνται να συνεχίσουν την προσπάθεια, εξερευνώντας το μοναδικό φυσικό τοπίο, που τούς κάνει να θέλουν ν’ ανέβουν ακόμη πιο ψηλά.

Μακριά από τις πολύβουες μεγαλουπόλεις, κάτω από τη σκιά των δέντρων και της πλούσιας βλάστησης, με το κινητό να χάνει το σήμα του, σε όλη σχεδόν τη διαδρομή και να «νεκρώνει», ο ορειβάτης αποτινάσσει το στρες και την πίεση της καθημερινότητας.

Έπειτα από πορεια μιας ώρας, ακολουθεί η δεύτερη στάση και η τελευταία πριν από τη μεγάλη ανάβαση για το πρώτο στη σειρά καταφύγιο, αυτό του Αγαπητού. Τα τελευταία μέτρα της διαδρομής είναι αρκετά δύσκολα και κουράζουν τους αγύμναστους ορειβάτες, οι οποίοι, στο πίσω μέρος του μυαλού τους, σκέφτονται το τέλος της διαδρομής, παρά την ανείπωτη ομορφιά του δάσους.

Σε υψόμετρο περίπου 2100μ κι έπειτα από περίπου 2,5 ώρες ανάβασης, ξεπροβάλλει το καταφύγιο του Αγαπητού, ένα όμορφο καταφύγιο, μέσα στη φύση, με γάργαρο νερό, που προέρχεται από το λιώσιμο του χιονιού. Οι κλίνες μπορούν να φιλοξενήσουν αρκετούς επισκέπτες, ενώ πριν από λίγο καιρό έγιναν και νέα δίκλινα δωμάτια.

Μετά την απαραίτητη ξεκούραση ξεκινάει η ανάβαση για το καταφύγιο του Αποστολίδη (2670μ), όπου γίνεται και η διανυκτέρευση. Υπάρχουν δύο δρόμοι. Ο πρώτος, που είναι κοφτός, οδηγεί, ύστερα από μια άκρως κουραστική ανηφορική διαδρομή, σε 1,5 ώρα, στο καταφύγιο, ενώ η άλλη είναι πιο ήπια, αλλά χρειάζονται τρεις ώρες για τον τελικό προορισμό.

Εμείς, αποφασίσαμε να ακολουθήσουμε τη δεύτερη διαδρομή. Το ξεκίνημα είναι άκρως επίπονο και το σφίξιμο των ποδιών δεν αφήνει και πολλά περιθώρια να θαυμάσεις τη φύση, αφού από τη μία προσπαθείς να κρατήσεις το σωστό βηματισμό και από την άλλη να προσέχεις να μην ξεφύγεις από το μονοπάτι, αφού ένα παραπάτημα είναι αρκετό για να πέσεις σε γκρέμο, με δυσάρεστες συνέπειες.

Πορευόμαστε έτσι για περίπου δύο ώρες, με τις απαραίτητες στάσεις. Ήδη, έχουμε μπει στην αλπική ζώνη, όπου δεν υπάρχουν δέντρα παρά μόνο μερικοί θάμνοι, που κι αυτοί μειώνονται αισθητά, λόγω υψόμετρου.

Η «επαφή» με τα σύννεφα είναι συχνή και οι εναλλαγές του καιρού πολλές και σύντομες, αφού η μέρα που αποφασίσαμε να κατακτήσουμε κι εμείς τον Μύτικα, αν και μεσούντος του καλοκαιρού, ήταν συννεφιασμένη, με χαμηλή ορατότητα. Οι πρώτες κατηφόρες λειτουργούν ως βάλσαμο για τα κουρασμένα πόδια, ενώ σύντομα θα αρχίσει η εναλλαγή με τις ανηφόρες.

Λίγο πριν συμπληρωθεί το τρίωρο, περνάμε από τη βάση της διαδρομής του Μύτικα. Η κούραση δεν μας επιτρέπει να σκεφτούμε την ανάβαση, παρά κοιτάμε με δέος τη διαδρομή, που φαντάζει απειλητική και δύσκολη, επιβεβαιώνοντας τις εκατοντάδες ιστορίες για πτώσεις και θανάτους ατόμων, που έχασαν την ισορροπία τους από τους βράχους, κατά την ανάβαση.

Έπειτα από μια μικρή στάση, συνεχίζουμε έως τα Ζωνάρια. Μόλις μπεις σ’ αυτή τη διαδρομή, διακρίνεις μέσα από τα σύννεφα το οροπέδιο των Μουσών, με τα δύο καταφύγια: του Αποστολίδη και του Κάκκαλου. Οι πινακίδες με τις απαραίτητες προειδοποιήσεις ότι, στο συγκεκριμένο μέρος, αρκετά χρόνια πριν σκοτώθηκαν ορειβάτες, δεν σ’ αφήνουν να χαλαρώσεις.

Περνάμε τα Καζάνια, μια περιοχή ιδιαίτερα όμορφη και άγρια, καθώς μέσα απ’ αυτά βγαίνουν σύννεφα, όπως οι καπνοί από ένα τσουκάλι που σιγοκαίει. Από εκεί, σ’ ένα περίπου τέταρτο της ώρας, φτάνουμε, καταπονημένοι σωματικά, στο καταφύγιο του Αποστολίδη. Λίγο πριν, είχαμε την ευκαιρία να χαζέψουμε για λίγο κάποια αγριοκάτσικα να δίνουν ζωντάνια στις ερημωμένες κορυφές.

Ο πρώτος στόχος στη μεγάλη διαδρομή προς την κατάκτηση του Μύτικα επιτεύχθηκε. Έπειτα από 6,5 ώρες συνεχούς ανάβασης, σειρά έχει η ξεκούραση. Το βράδυ, οι ιστορίες για τον Ολυμπο και το Μύτικα δίνουν και παίρνουν, με τους παλαιότερους και πιο έμπειρους να έχουν τον πρώτο λόγο.

Η θερμοκρασία έξω από το καταφύγιο είναι κοντά στους 5 βαθμούς Κελσίου, όταν την ίδια μέρα στη βάση του βουνού, στο Λιτόχωρο, ήταν κοντά στους 35! Γίδα βραστή, φασολάδα και μακαρονάδα με κιμά αποτελούν το ιδανικό, γαστριμαργικό τελείωμα μιας εξοντωτικής ημέρας, που τελειώνει γύρω στις 10:30 το βράδυ, οπότε και κλείνουν τα φώτα του καταφυγίου.

Η πρώτη ηλιαχτίδα ξεπροβάλλει νωρίς από την Ανατολή. Λίγο μετά τις 6 το πρωί, η φύση «ξυπνάει» με το δικό της τρόπο. Έτσι όπως δεν την έχουμε γνωρίσει στις μεγαλουπόλεις. Δυστυχώς, σε αυτό το υψόμετρο δεν συναντάς ζωή, πέρα από τα αγριοκάτσικα και τα γεράκια που πετούν γύρω από το καταφύγιο, εκμεταλλευόμενα τα ανοδικά ρεύματα. Το πρώτο φως της ημέρας φωτίζει το σχηματισμένο πρόσωπο του Δία πάνω στο βουνό (Στεφάνι), που η φύση έμελλε να φτιάξει για να μας θυμίζει ότι βρισκόμαστε στο βουνό των Θεών του Ολύμπου.

Ύστερα από ένα ελαφρύ πρωινό, που περιλαμβάνει τσάι με μέλι και το πολύ μια φέτα ψωμί με βούτυρο, ξεκινάει η αποστολή για την κατάκτηση της ψηλότερης κορυφής του Ολύμπου. Με προσεκτικά, αλλά γοργά βήματα στα Ζωνάρια, μετά από 20 περίπου λεπτά φθάνουμε στο σημείο, όπου περάσαμε την προηγούμενη μέρα. Τώρα, είμαστε ξεκούραστοι και αποφασισμένοι να ανέβουμε. Είναι το ονομαστό από όλους τους ορειβάτες ,Λούκι. Έπειτα από τα 50 πρώτα μέτρα της ανάβασης, διαπιστώνουμε ότι πλέον δεν έχουμε να κάνουμε μ΄ένα απλά δύσκολο μονοπάτι, αλλά μ’ ένα αναρριχητικό μονοπάτι. Αν και άπειροι, ξεκινούμε με πείσμα, έχοντας μπροστά και πίσω μας άτομα που έχουν ανέβει ξανά στην κορυφή. Μέτρο με το μέτρο ανεβαίνουμε, έχοντας όλο και πιο δύσκολη αποστολή, σε βράχους που η κλίση είναι περίπου στις 80 μοίρες. Αν τολμήσεις να γυρίσεις το κεφάλι σου, θα διαπιστώσεις ότι στο ένα εκατοστό πίσω σου υπάρχει η χαράδρα, βάθους πολλών εκατοντάδων μέτρων.

Είναι το σημείο που σου κόβεται η ανάσα και σκέφτεσαι να γυρίσεις πίσω. Άλλωστε οι παλιοί λένε ότι σ’ αυτό το σημείο, στα μέσα της διαδρομής, πολλοί άνθρωποι, σκαρφαλωμένοι πάνω στα βράχια, δεν κουνιούνται, χάνουν την ψυχραιμία τους και περιμένουν έμπειρους ορειβάτες για να τους κατεβάσουν με σχοινιά. Είναι η στιγμή που διαπιστώνεις ότι δεν μπορείς να κάνεις λάθος επιλογή. Κάθε πάτημα πρέπει να είναι σίγουρο και σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να πατήσεις σε σαθρό βράχο. Ορισμένα ξέφωτα ενός μέτρου είναι ικανά να σου δώσουν κάποιες ανάσες από τη συσσωρευμένη κούραση. Η αδρεναλίνη χτυπά «κόκκινο» και το πείσμα για να κατακτήσεις την κορυφή γιγαντώνεται.

Η διαδρομή είναι μεγάλη. Οφείλεις να προσέξεις τους σημαδεμένους βράχους- πατήματα, για να ανέβεις με ασφάλεια στην κορυφή. Έπειτα από 50 λεπτά ανάβασης- αναρρίχησης βρίσκεσαι στον Μύτικα. Το όνειρο γίνεται πραγματικότητα και η θέα, αλλά και η επίτευξη του στόχου, σε κάνουν υπερήφανο. Κοιτώντας πίσω και κάτω δεν πιστεύεις ότι κατάφερες ν’ ανέβεις. Τότε είναι, που διαπιστώνεις ότι η δύναμη του ανθρώπου είναι μεγάλη και ικανή να προσπεράσει κάθε εμπόδιο…

Οι απαραίτητες φωτογραφίες αποτελούν αδιάψευστα τεκμήρια του άθλου, που μόλις ολοκληρώθηκε. Η κατάκτηση της κορυφής του Ολύμπου μας γεμίζει ζωντάνια, χαμόγελα και σχέδια. Σχέδια για μια ακόμη ανάβαση, ίσως και μια επόμενη αποστολή, για ακόμη ψηλότερα μέρη.

Στις κορυφές του Ολύμπου ο επισκέπτης μπορεί να δει το Σκολιό, σε υψόμετρο 2911μ και το Στεφάνι, σε υψόμετρο 2909μ. Το τελευταίο φημίζεται για τη δυσκολία της ανάβασής του, αφού αυτή αξιολογείται ως αρκετά δυσκολότερη απ’ αυτή του Μύτικα.

Οι εναλλακτικές διαδρομές του Ολύμπου

Ο Ολυμπος είναι βουνό που διαθέτει, εκτός από τη φυσική ομορφιά και πολλές εναλλακτικές διαδρομές, σπουδαία σπήλαια και βάραθρα. Αυτά είναι:

– Σπήλαιο Μεγάλων Καζανιών: Βρίσκεται σε ύψος 2550 μ., στη ΝΑ άκρη των Μεγάλων Καζανιών στη ρίζα της δυτικής ορθοπλαγιάς του Μύτικα.

– Σπηλιά Μεγάλης Γούρνας: Βρίσκεται σε ύψος 2430 μ., μέσα στη Μεγάλη Γούρνα, δίπλα ακριβώς στο μονοπάτι που πηγαίνει στο Σκολιό

– Σπήλαιο Απόλλωνος: Βρίσκεται σε ύψος 1930 μ., κάτω νότια από τη θέση Ανάθεμα και πολύ κοντά στο παλιό μονοπάτι που πηγαίνει στη Σκούρτα.

– Σπηλιά Ιθακήσιου: Βρίσκεται σε ύψος 1680 μ., στη ΒΑ πλευρά του Ολύμπου, πολύ κοντά στο μονοπάτι που πηγαίνει από Μπάρμπα για Πετρόστρουγκα ή Ανάθεμα.

– Σπηλιά Μόρια: Βρίσκεται σε ύψος 1320 μ., στην τοποθεσία Μπιχτές, και σε απόσταση 8 χιλ. ΒΑ του χωριού Kαρυά, μέσα στη χαράδρα Κοκκινόχωμα που κατεβαίνει από του Φράγκου τ’ Αλώνι, και «απέναντι» από το ερημοκλήσι Αγία Τριάδα.

– Σπήλαιο Αγίας Ανάληψης: Βρίσκεται σε ύψος 830 μ., στην τοποθεσία Σπήλια, 2 χιλ. ανατολικά του χωριού Πύθιο.

– Σπηλιά Αγίου Διονυσίου: Βρίσκεται σε ύψος 760 μ., σε απόσταση 30′ ΝΔ της Μονής Αγίου Διονυσίου και 80 μ., πάνω νότια από την κοίτη του Ενιπέα.

– Σπήλαιο Ζηλνιάς: Βρίσκεται σε ύψος 650 μ. περίπου στη δυτικότερη ορθοπλαγιά της Ζηλνιάς και σ’ ένα ύψος 150 μ. πάνω από την κοίτη του Ενιπέα.

– Σπηλαιοβάραθρο Aγίou Αντωνίου: Βρίσκεται σε ύψος 2640 μ., στη ΝΑ ράχη της κορυφής Αγιος Αντώνιος.

– Σχίσμα – βάραθρο Σκάλας: Βρίσκεται σε ύψος 2680 μ., στην ανατολική απόκρημνη πλευρά της Σκάλας, 80 μ. πάνω από το μονοπάτι των Ζωναριών, στην άκρη των κάθετων βράχων.

– Σχίσμα – βάραθρο Μπάρας: Βρίσκεται σε ύψος 2450 μ., στη ΝΑ πλευρά της Μπάρας, πάνω στο αντέρεισμα που υπάρχει ανάμεσα στις δύο μεγάλες λάκκες της Μεταμόρφωσης και του Καλόγερου.

– Σχίσμα – βάραθρο ράχης Κανάκη: Βρίσκεται σε ύψος 2420 μ., πάνω στη ράχη Κανάκη που εκτείνεται ανάμεσα στη Μικρή Γούρνα και στη λάκκα της αρχής της Σταλαματιάς.

– Βάραθρο – χιονότρυπα Σκολιού: Βρίσκεται σε ύψος 2780 μ., στη ΒΔ κόψη της κορυφής Σκολιό. Το άνοιγμα του βαράθρου, έχει περίμετρο 30 μέτρα.

– Βάραθρο – χιονότρυπα Σταυροιτιάς: Βρίσκεται σε ύψος 2600 μ., στη ΒΔ ράχη της ψηλής Σταυροιτιάς, δίπλα ακριβώς στο μονοπάτι που πηγαίνει από τη «διασταύρωση» στον Αγιο Αντώνιο.

– Βάραθρο – χιονότρυπα Ζωναριών: Βρίσκεται σε ύψος 2560 μ., ανατολικά των Ζωναριών και του Λουκιού. Διακρίνεται εύκολα από την κορφή που κατεβαίνει από τη στροφή των Ζωναριών στη Γούρνα.

– Βάραθρο – χιονότρυπα Κακάβρακου: Βρίσκεται σε ύψος 2440 μ., στη βόρεια ράχη της κορυφής Κακάβραχος.

– Βάραθρο – χιονότρυπα Μικρής Γούρνας: Βρίσκεται σε ύψος 2320 μ. στη ΒΔ άκρη της Μικρής Γούρνας, στο τέλος της απότομης πλαγιάς και κοντά στο μονοπάτι που πηγαίνει από τη Μικρή Γούρνα στην κορυφή Φλάμπουρο και στη Σταλαματιά.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Αρέσει σε %d bloggers: